Διπλή αναβάθμιση των οίκων αξιολόγησης από Moody’s και Scope
Σε ένα διπλό ορόσημο για το αξιόχρεο της ελληνικής οικονομίας εξελίχθηκε η ετυμηγορία των οίκων αξιολόγησης, επισφραγίζοντας την πρόοδο που έχει συντελεστεί στα δημόσια οικονομικά και την αναπτυξιακή δυναμική της χώρας.
Η SCOPE RATINGS προχώρησε στην αναβάθμιση του ελληνικού αξιόχρεου σε BBB+ (από BBB), καθιστάμενη ο πρώτος οίκος που κατατάσσει την Ελλάδα δύο βαθμίδες πάνω από την επενδυτική βαθμίδα – εξέλιξη που καταγράφεται για πρώτη φορά έπειτα από 17 χρόνια.
Σχεδόν ταυτόχρονα, η παραδοσιακά αυστηρή Moody’s, η οποία εξακολουθεί να διατηρεί τη χώρα στην ελάχιστη επενδυτική βαθμίδα (Baa3), αναθεώρησε τις προοπτικές (outlook) σε θετικές από σταθερές, ανοίγοντας διάπλατα το παράθυρο για νέα αξιολογική αναβάθμιση στους επόμενους μήνες.
Καθοριστικός κοινός παρονομαστής και για τους δύο οίκους είναι η εξαιρετικά ευνοϊκή δομή του ελληνικού χρέους: η σταθμισμένη μέση διάρκεια άνω των 18 ετών, το γεγονός ότι περίπου το 70% παρακρατείται από τον επίσημο τομέα με σταθερά και χαμηλά επιτόκια, καθώς και τα σημαντικά ταμειακά διαθέσιμα που προσεγγίζουν το 13%-16% του ΑΕΠ, θωρακίζουν τη χώρα απέναντι στην παγκόσμια άνοδο των αποδόσεων.
Πίσω όμως από τα θετικά σχόλια, αμφότεροι οι οίκοι κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου.
Οι εκθέσεις τους περιγράφουν με ακρίβεια τις χρόνιες παθογένειες της ελληνικής οικονομίας, καταγράφοντας ρητά τα σενάρια (downside scenarios) που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε υποβάθμιση του αξιόχρεου ή σε υποτροπή των προοπτικών.
Πρώτον, η χαλάρωση της δημοσιονομικής πειθαρχίας. Παρά την πτωτική πορεία, το δημόσιο χρέος παραμένει μεταξύ των υψηλότερων στην Ευρωζώνη και θα διατηρηθεί σε αυξημένα επίπεδα καθ’ όλη τη δεκαετία. Οποιαδήποτε ουσιαστική απόκλιση από τη συμφωνημένη τροχιά μείωσης του χρέους, τυχόν εξασθένηση της πολιτικής συναίνεσης για παραγωγή επαρκών πρωτογενών πλεονασμάτων ή εκτροχιασμός των δαπανών (λόγω συνταξιοδοτικών πιέσεων και γήρανσης του πληθυσμού) συνιστούν βασικό έναυσμα υποβάθμισης.
Δεύτερον, το ενδεχόμενο μεταρρυθμιστικού πισωγυρίσματος. Τόσο η Scope όσο και η Moody’s υπογραμμίζουν ότι η αξιοπιστία της χώρας στηρίζεται στη συνέχεια της πολιτικής. Εάν μελλοντικές κυβερνήσεις επιβραδύνουν ή ανατρέψουν κρίσιμες μεταρρυθμίσεις στη δικαιοσύνη, το κτηματολόγιο, την αδειοδότηση και τη φορολογική πολιτική, το σήμα για τις αγορές και τους οίκους θα είναι άμεσα αρνητικό.
Τρίτον, η επιμονή των εξωτερικών ανισορροπιών. Το έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών παραμένει υψηλό, κινούμενο στο 5%-6% του ΑΕΠ, εξαιτίας της χαμηλής εγχώριας αποταμίευσης και της έντονης εξάρτησης από εισαγωγές ενέργειας και κεφαλαιουχικού εξοπλισμού. Ως αποτέλεσμα, η καθαρή διεθνής επενδυτική θέση (NIIP) της χώρας παραμένει βαθιά αρνητική (-142% του ΑΕΠ το 2025), καθιστώντας την Ελλάδα ευάλωτη σε ξαφνικές διαταραχές της διεθνούς ρευστότητας.
Τέταρτον, τα διαρθρωτικά εμπόδια στην παραγωγικότητα και η κόπωση των επενδύσεων. Η δυνητική ανάπτυξη της Ελλάδας υπολογίζεται μόλις στο 1,3%-1,5%. Οι οίκοι προειδοποιούν ότι απαιτούνται απτές αποδείξεις πως οι τρέχουσες επενδύσεις θα αφήσουν μόνιμη κληρονομιά υψηλότερης παραγωγικότητας όταν στερέψουν οι πόροι του RRF. Παράλληλα, το ιδιωτικό χρέος που λιμνάζει εκτός τραπεζών σε servicers και funds συνεχίζει να στερεί πόρους και ευελιξία από επιχειρήσεις και νοικοκυριά.
Τέλος, οι εξωγενείς και κλιματικοί κίνδυνοι. Η Scope αξιολογεί το περιβαλλοντικό προφίλ ως αδύναμο λόγω της τρωτότητας σε πυρκαγιές, ξηρασία και πλημμύρες, οι οποίες απειλούν τουρισμό, υποδομές και προϋπολογισμό. Από την πλευρά της, η Moody’s επισημαίνει ακόμη και το ακραίο σενάριο κλιμάκωσης του γεωπολιτικού κινδύνου στην Ευρώπη.