Σήμα κινδύνου από το ΔΝΤ: Το ευρωπαϊκό χρέος μπορεί να εκτοξευθεί στο 130% του ΑΕΠ
Το καμπανάκι του κινδύνου για τη βιωσιμότητα του δημόσιου χρέους στην Ευρώπη κρούει το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ), επισημαίνοντας ότι οι αυξανόμενες δημοσιονομικές πιέσεις των επόμενων δεκαετιών απαιτούν άμεσες και συντονισμένες παρεμβάσεις.
Όπως αναφέρει το Bloomberg, σύμφωνα με νέα μελέτη οικονομολόγων του Ταμείου, οι αποσπασματικές πολιτικές που εφαρμόζονται σήμερα δεν επαρκούν για να αντιμετωπίσουν τις προκλήσεις που δημιουργούν η γήρανση του πληθυσμού, η ενεργειακή μετάβαση και οι αυξημένες αμυντικές δαπάνες.
Στην έκθεση, οι οικονομολόγοι Λουκ Εϊρώ, Μαχίκα Γκάντι και Άντριου Χοτζ προειδοποιούν ότι, εάν οι μακροπρόθεσμες πιέσεις στις δημόσιες δαπάνες δεν αντιμετωπιστούν έγκαιρα, η δυναμική του δημόσιου χρέους θα μπορούσε να εξελιχθεί σε μη βιώσιμη για πολλές ευρωπαϊκές οικονομίες.
Όπως επισημαίνουν, οι περιορισμένες και σταδιακές παρεμβάσεις είναι πιθανό να αποδειχθούν ανεπαρκείς μπροστά στο μέγεθος της απαιτούμενης προσαρμογής, ενώ υπάρχει και ο κίνδυνος να προκαλέσουν μεταρρυθμιστική κόπωση, χωρίς να επιλύσουν ουσιαστικά το πρόβλημα.
Το ΔΝΤ καλεί τις κυβερνήσεις να εγκαταλείψουν τη λογική των μεμονωμένων μέτρων και να υιοθετήσουν μια ολοκληρωμένη, μακροπρόθεσμη στρατηγική που θα συνδυάζει διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, δημοσιονομική εξυγίανση και σαφείς αποφάσεις για το εύρος και τη χρηματοδότηση των δημόσιων υπηρεσιών. Όπως σημειώνεται, όσο καθυστερούν οι παρεμβάσεις, τόσο αυξάνεται το κόστος προσαρμογής.
Οι εκτιμήσεις της μελέτης δείχνουν ότι έως το 2040 οι δημόσιες δαπάνες στην Ευρώπη αναμένεται να αυξηθούν κατά περίπου 5% του ΑΕΠ κατά μέσο όρο, σε μια περίοδο όπου η οικονομική ανάπτυξη προβλέπεται υποτονική και η πολιτική δυνατότητα για αυξήσεις φόρων ή μεγάλες περικοπές δαπανών παραμένει περιορισμένη.
Υπό αυτές τις συνθήκες, το δημόσιο χρέος θα μπορούσε να ακολουθήσει ανοδική και μη βιώσιμη τροχιά, φθάνοντας κατά μέσο όρο το 130% του ΑΕΠ έως το 2040, σχεδόν διπλάσιο από τα σημερινά επίπεδα.
Οι οικονομολόγοι εκτιμούν ότι ένα μετριοπαθές πακέτο μεταρρυθμίσεων θα μπορούσε να καλύψει περίπου το ένα τρίτο του δημοσιονομικού κενού. Ιδιαίτερα σημαντική θεωρείται η συμβολή των αλλαγών στο συνταξιοδοτικό σύστημα και των πολιτικών που ενισχύουν την οικονομική ανάπτυξη, καθώς μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις μελλοντικές πιέσεις στα δημόσια οικονομικά.
Παράλληλα, το ΔΝΤ υπογραμμίζει ότι οι μεταρρυθμίσεις από μόνες τους δεν αρκούν. Στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες θα απαιτηθούν και πρόσθετες δημοσιονομικές προσαρμογές, παρά το πολιτικό κόστος που συνεπάγονται.
Το βασικό συμπέρασμα της μελέτης είναι ότι η βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομικών προϋποθέτει συνδυασμό μεταρρυθμίσεων και δημοσιονομικής πειθαρχίας. Όσο μεγαλύτερη είναι η πρόοδος στις διαρθρωτικές αλλαγές, τόσο ηπιότερη μπορεί να αποδειχθεί η αναγκαία δημοσιονομική προσαρμογή.
Αντίθετα, η αποκλειστική στήριξη στις μεταρρυθμίσεις, χωρίς παράλληλη δημοσιονομική εξυγίανση, δεν επαρκεί για να αποτρέψει τους κινδύνους που απειλούν τη μακροπρόθεσμη σταθερότητα του δημόσιου χρέους στην Ευρώπη.